Πλάνες και περιπλάνες… Μέρος Α΄

φωτ.: Γαβριέλλα

φωτ.: Γαβριέλλα

Έβρεχε πάλι. Το δημοτικό συμβούλιο είχε επιτρέψει στο μικρό καφέ να βάλει μια τέντα, μια τόση δα στεγνή γωνία, στη μέχρι αηδείας βρεγμένη πλατεία. Ίσα που χωράγανε 3 τραπέζια. Μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα να υπολογίσω σε ποιό δε θα μέφτανε το πλαγιοκοπικό Αγγλικό ράντισμα…Βολεύτηκα όσο μπορούσα στην καρέκλα ψάχνοντας να βρω αν επιτρέπεται το κάπνισμα. Βλέπετε στο κέντρο του τραπεζιού υπήρχε ταμπέλα «απαγορεύεται το κάπνισμα» και από πάνω του καθόταν πρόστυχα και προκλητικά ένα τασάκι. «Τα καλά της Ελλάδας άρχισαν κι εδώ», μονολόγησα σιγανά.

Δεν περάσανε λίγα λεπτά και κατάλαβα ότι κι άλλοι είχανε την ίδια ιδέα με μένα. Στο διπλανό τραπέζι ήρθαν κι έκατσαν δυό γυναίκες. Μάλλον φίλες θα’τανε. Ανταλλάξαμε ένα συνομωτικό βλέμμα ως καπνιστές – μιάσματα σε αυτόν εδώ τον αντικαπνιστικό παράδεισο και βυθιστήκαμε στην πρωϊνή μας απόλαυση.

Όλα βαίναν καλώς, η βρόχα έπεφτε, ώσπου ξαφνικά εμφανίζεται μια φιγούρα που θα λεγε κανείς ότι ήρθε κατευθείαν από τους αγανακτισμένους της Puerta Del Sol. Το ασπρόμαυρο καρώ σακάκι του  τρύπιο. Το μαύρο του πουκάμισο και παντελόνι, fuck it. Αλλά η γραβάτα, γραβάτα.

Καπνίζοντας, μ’ένα μεσογειακό αέρα αθώου τουρίστα αλλά και με κάποια συστολή πλησίασε τις δύο φιλενάδες και μάλιστα με Γαλλικό accent (;!;!) τις ρώτησε από που είναι.

Χαλό! Γουότ α τέγιμπλ γουέδεγ. Ιν Σπειν ιτ ις όλγουεις χοτ ιν δε σάμεγ. Γιου νόου, άϊ λίβντ ιν Σπεϊν φογ τουέντι γίεγς. Μπατ νάου, νο μάνι, νο τζόμπς, νο νάθινγκ. Γουέγ ντου γιου καμ φγομ;

Οι δύο φιλενάδες αρχικά έκπληκτες από την άγαρμπη είσοδο του Ισπανού με τη Γαλλική προφορά  του απάντησαν στ’Αγγλικά αχ και μεις απ’την Ελλάδα είμαστε…Σέκείνο το σημείο δύο τινά συνέβησαν, εγώ αναπήδησα από έκπληξη γιατί δεν μου είχαν φανεί για αλλοδαπές, ο δε Ισπανός αναπήδησε από θράσος, άρπαξε μια καρέκλα, απίθωσε την αφεντιά του και με ύφος παλιού γνωστού άρχισε να φλυαρεί.

– Άϊ λέφτ Σπέϊν του κάμ χίερ. Άϊ γκόου του δε μπάνκ του όπεν ακκάουντ εντ δέι σέι γουέρ ις γιόρ χόμ; Άϊ σέι ιν Σπεϊν. Όου δέι σέι γιού μάστ χαβ ε χόμ ιν Ίνγκλαντ. Μπατ άϊ γκόου το φάϊντ ε χομ εντ δέι σέι γουέρ ις γιορ μπάνκ ακάουντ; Κρέιζι. Γιού νόου;

Οι κοπέλες κουνούσαν το κεφάλι προσπαθώντας να δείξουν κατανόηση ενώ διακριτικά τραβούσαν τις τσάντες τους προς το μέρος τους. Με την αφελή άγνοια του Έλληνα που νομίζει ότι είναι ο μόνος που μιλάει Ελληνικά σ’αυτόν τον τόπο ψυθίριζαν: «Που το πάει τώρα αυτός;» και άλλα παρεμφερή.

Ο Spaniard βλέποντας ότι μάλλον η προσπάθεια του για κουβέντα έπεσε στο κενό κίνησε να φύγει αφού πρώτα ζήτησε ένα τσιγάρο με περίσση Ισπανική ευγένεια. Και πάνω που όλοι οι παρευρισκόμενοι συμπεράναμε ότι αυτό ήταν όλο, Ο Γαλλο-Ισπανός κατευθύνθηκε προς εμένα…

Εξκιούς μι ντου γιού χαβ ε φαϊερ;

Ημιπρόθυμα πρόσφερα τον αναπτήρα μου αναπόφευκτα παρατηρώντας τα γεμάτα περιεχόμενο νύχια του.

Θενκ γιου…Θενκ γιου…Γιου σι αϊ αμ άουτ οφ μάνι, άουτ οφ χομ, άϊ γουόντ του φόουν μάϊ φάμιλι του σέντ μι μάνι. Σάμποντι γκέϊβ μι ε πάουντ, άϊ πουτ ιτ ιν πέϊφόουν, γουέν δέι πίκ απ δε φόουν, δερ γκόους δε πάουντ εντ δε λάϊν ντροπς ντεντ.

Έπιασα τον εαυτό μου να επαναλαμβάνει το «Που το πάει τώρα αυτός;» ενώ αυθόρμητα έβαλα το χέρι μου στην τσέπη, ψαχουλεύοντας για κέρματα.

Νόου, νόου γιου μισαντερστούντ. Άϊ αμ νοτ ε μπέγγαρ. Αϊ αμ τζάστ σέϊνγκ άϊ αμ ανλάκι, γιου νόου.

Κάτι απ’αυτά που έλεγε μου θύμισε τις πρώτες μου μέρες εδώ πέρα. Σαν να κατάλαβε ότι είχε κερδίσει τη συμπάθεια μου, θρονιάστηκε στην καρέκλα απέναντι μου με την ίδια ευκολία που είχε καθίσει μόλις πριν λίγο στο διπλανό τραπέζι. Στο οποίο τραπέζι οι δύο συμπατριώτισσες μου γιορτάζανε το ξεφόρτωμα του ξένου, τιτιβίζοντας ακατάπαυστα και σταματώντας μόνο για να ρουφήξουν γενναίες γουλιές καφέ. Ο Εουρίκο που μου συστήθηκε χωρίς να χάσει χρόνο, συνέχισε την αφήγηση του με τα γνωστά Γαλλο-ισπανικά Αγγλικά του.

Άϊ καμ χίερ του φάϊντ τζομπ. Άϊ αμ 72 μπατ, άϊ αμ στρόνγκ ας ε σπάνις μπουλ, γιου νόου. Άϊ γκόου του τζόμπ σέντερ, δέι σέϊ γουέρ ις δε λέτερ; Γουότ λέτερ; Δε λέτερ του σέϊ δατ γιου άρ ε γκούντ μαν. Άϊ σέϊ, κάν’τ γιου σι δατ άϊ αμ ε γκούντ μαν; Ιφ άϊ γουός ε μπάντ μαν άϊ γουντ νοτ λουκ φορ ε τζομπ, άϊ γουντ μπι ε θιφ, γιου νόου;

          -Έτσι είναι εδώ τα πράγματα, φίλε Εουρίκο, σχολίασα.

          -Άϊ γουός μπορν ιν Τζέρμανι, δεν άϊ γουέντ του Αμέρικα, δεν Φράνς εντ δε λάστ 20 γίερς ιν Σπέϊν. Νόουμποντι άσκντ μι φορ ε προύφ δατ άϊ αμ ε γκουντ μαν. Άϊ ντόντ νόου γουότ του ντου, γιού νόου;

Προβάριζα φράσεις παρηγοριάς στο μυαλό μου, όπως «μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά, αρχή είναι ακόμα» και άλλα τέτοια ώσπου, προφανώς κουρασμένος εκείνος να μιλάει για τον εαυτό του, είπε ν’αλλάξει το θέμα και να με ρωτήσει από που είμαι.

Απ’την Ελλάδα, απάντησα μάλλον αδιάφορα.

            -ΦΡΟΜ ΓΚΡΙΣ!!! Αναφώνησε, αναπόφευκτα προκαλώντας τα δύο γυναικεία κεφάλια να γυρίσουν προς εμένα.  Παίρνοντας αμπάριζα ξανά στράφηκε προς εκείνες φωνάζοντας:

             -Χέϊ γκερλς, χι ις Γκρικ, του!

Ακολούθησαν χαμόγελα αμηχανίας και εσωτερικού αναρωτηγμού των κοριτσιών μήπως και είχανε πει κάτι που δεν έπρεπε να έχω ακούσει. Πήρα την ψυχή στα δόντια και είπα, ο Εουρίκος από δω φέρνει την Ελληνική κοινότητα πιο κοντά…Οι κοπέλες χαχανίσανε και αρχίσανε οι ερωτήσεις-πακέτο. Είσαι από την Αθήνα; Πως σε λένε; Σπουδάζεις ή δουλεύεις; Είσαι καιρό εδώ; Σ’αρέσει εδώ; Οι απαντήσεις δωθήκανε και προχώρησα στην αντεπίθεση. Κι οι δυό τους ήταν από την Αθήνα, δουλεύουνε εδώ και κάποια χρόνια και ναι, τους αρέσει εδώ ή έτσι δηλώνουν τουλάχιστον.

Αν και η αδιακρισία δε με διακρίνει, εντούτοις μια διαστροφική παρόρμηση με έκανε να επιμείνω. «Και καλά τι δουλειά κάνετε;». Με το διάβολο ντυμένο με φουστάνια βέβαια δε τα βάζει κανείς…Έξυπνα μου σερβίρανε πορδολογίες λέγοντας μου: «Να σου πούμε καλύτερα τι σχεδιάζουμε να κάνουμε». Προσποιήθηκα ότι είμαι όλος αυτιά, σταύρωσα τα χέρια ν’ακούσω και…

Λουκ ατ γιου σπικινγκ γιορ λάνγκουιτζ. Άϊ αμ τζέλους. Άι χαβ μίσντ σπίκινγκ Σπάνις σόου μάτς. Σόου σάντ…Me deprime…Oh Espana…Espana, πετάχτηκε ο Εουρίκο.

Me dejas con la boca abierta! Ακούγεται μια άλλη φωνή σε άπταιστα Ισπανικά.  Σκάει μύτη λοιπόν από το καφέ, τύπος με ασπρόμαυρο παντελόνι με μεγάλα καρώ, σα σκακιέρα, άσπρο κοντομάνικο μπλουζάκι και φεσάκι τσίλικο στο σγουρομάλλικο μαυριδερό κεφάλι του. «Τι’ν’τούτο πάλι;» σκέφτηκα. «Άνοιξε το καρναβάλι του Ρίο;». Βλέπετε, κάτι τα Ισπανικά, κάτι το παντελόνι Αρλεκίνου, μπερδεύτηκα ο άνθρωπος.

to be continued

τη συνέχεια μπορείτε να την βρείτε εδώ

Advertisements

4 thoughts on “Πλάνες και περιπλάνες… Μέρος Α΄

  1. Εχώ δει και εγώ κύριο με τέτοιο παντελόνι σκακιέρα! Επίσης έχω ακούσει ερωτήσεις πακέτο και πορδολογίες αμηχανίας , άρα μάλλον λίγο γνωριζόμαστε.Βέβαια δεν σε γνώρισα αγαπητή την μέρα που έπρεπε, αλλά μάλλον θα γίνει εδώ και μέσω πολλών γλωσσών. Είναι ένα κείμενο που ακόμα και να μην είχες δει ποτέπαρόμοιες συνατήσεις , σου φέρνει το πολύγλωσσο αεράκι τους. Να πούμε όπου γης και πατρίς ; μάλλον καλύτερα να πούμε όπου γης και μεις. Καλώς σε βρίσκβ Γαβριέλα !

  2. Σ’ευχαριστώ για το καλωσόρισμα Αννίτα. Λυπάμαι που δε σε γνώρισα σα φυσική παρουσία, αλλά τουλάχιστον διαβάζω τις σκέψεις που γράφεις και αυτό είναι κάτι. Ελπίζω ότι όταν ξαναβρεθώ στο μέρος της γης που βρίσκεσαι να τα πούμε κι από κοντά.

  3. Παράθεμα: Πλάνες και περιπλάνες…Μέρος Β΄ | Γραφενείο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s