Η μπουγάδα

φωτ.: Humphrey Spender

 

Ξεκινησα να γράφω χωρίς τη παραμικρή καθυστέρηση. Με δάχτυλα φορτισμένα από ανεκπλήρωτο συγγραφικό οίστρο άρχισα να καλπάζω στα οροπέδια του πληκτρολογίου. Η συζήτηση με τη Ζαν ψυχαναλυτικού χαρακτήρα, όπως τις πιο πολλές φορές, ξεκαθάρισε τα νέφη με τους συναισθηματικούς ρύπους από τον πνευματικό μου ορίζοντα.

Έτοιμο λοιπόν το μονοπάτι της έκφρασης και εγώ τρέχω με τα τρεμάμενα πόδια του ερασιτέχνη γραφιά μήπως κι απλώσω τη μπουγάδα της σκέψης μου. Μπουγάδα που δε θα ξεπλύνει μόνο θα λούσει στον αφρό των ημερών. Πατάω «αποθήκευση» σχεδόν σε κάθε δεύτερη λέξη με μια υπεραναπληρωματική  τάση να υπεραξιώσω την κάθε ξεχωριστή συλλογή φθόγγων. Όσο καταφέρνω και κρατάω το δαιμόνιο της Γκεμπελλικής αυτοκριτικής μου μακριά από τις συγγραφικές μου υποθέσεις η πύλη εξόδου των οργανωμένων φωνηέντων και συμφώνων θα παραμείνει ανοικτή. Και ίσως κάτι νοηματικά άρτιο προλάβει να σχηματιστεί προτού η  σκουληκότρυπα ασυνείδητου – συνειδητού καταρρεύσει.

Βλέπεις, η λιλλιπούτεια πνευματική μου ύπαρξη δεν έχει να πει λόγια βαριά και στοιβαρά, άσε που φαίνεται να έχουν όλα ειπωθεί. Οι σκέψεις μοιάζουν  με συναισθηματικά πυροτεχνήματα, κολοβά σαν κομήτες χωρίς ουρά. Ιζήματα βιωμάτων. Μετασχηματισμός συναισθημάτων σε γλωσσολογικά σχήματα…ανάξια και ανώφελα κοινοποίησης και μοιράσματος.

«Κι όμως είναι τόσο ανθρώπινα», η γνώριμη φράση της Ζαν αναβοσβήνει σα Χριστουγεννιάτικο λαμπιόνι που δε χρειάζεται να το κοιτάξεις δεύτερη φορά γιατί πάνω κάτω ξέρεις πως θα μοιάζει αλλά θα κουβαλάς τη θαμπάδα στον αμφιβληστροειδή σου για ώρα μετά. Ισοπέδωση και άρα θυμός στο πρώτο άκουσμα της φράσης.  Δηλαδή, εγώ και άλλοι επτά δισεκατομμύρια άνθρωποι ίσα κι όμοια; Και που είναι η ατομικότητα μου; Δηλαδή αυτά που διασχίζουν τους διαδρόμους του μυαλού μου δεν είναι μοναδικά; Και το φιλμάκι των προσωπικών μου βιωμάτων δεν είναι Α΄προβολής;

Ακόμα και τώρα μήνες μετά το πρώτο άκουσμα, το Εγώ ενίοτε χτυπά με οργή το χέρι στο τραπέζι και ορύεται αραδιάζοντας κι άλλα τέτοια βιωματικά επιχειρήματα. Αφού παρ’όλ’αυτά, αναλάβει το Όλον μου, που σαν ιερατείο ακροάζεται αγγελιαφόρους απ’όλες τις γωνιές της ύπαρξης μου, αχνοφαίνεται η πιθανότητα να μοιραζόμαστε παρόμοιες εσωτερικές δομές με το υπόλοιπο ανθρώπινο είδος, με άλλοτε άλλη κατανομή βέβαια αλλά με κοινούς τόπους στα υποσύνολα των χαρακτηριστικών μας.

Και είναι η σκέψη αυτή που δίνει ρώμη στα χέρια και τα πόδια να κουβαλήσουν το κοφίνι παραπατώντας στα στενά, τριγωνικά σκαλοπάτια της περιελικτικής σκάλας του νου, περιελικτικής σαν το κλειδί της βιολογικής μας ύπαρξης, ένα DNA που αν το ακολουθήσεις προς τα πάνω μπορεί να σε οδηγήσει στο φως.

Και τότε άρχισε να παίρνει νόημα το άπλωμα της πνευματικής μου μπουγάδας στην κοινόχρηστη ταράτσα. Γιατί κάπου μέσα στο κοφίνι μπορεί να υπάρχει ένα ασπρόρουχο ανθρωπίλας, που απλώθηκε ίσως από άλλα χέρια, γέρικα ή νέα, σε άλλοτε άλλα πρωϊνά, στην ίδια ταράτσα, κάτω απ’τον ίδιο ήλιο. Απλά γιατί τα ανθρώπινα ρούχα – σκέψεις μα κι οι λεκιέδες τους, μοιάζουν τόσο πολύ. Κι όταν το ψάξεις και το βρεις, δεν είσαι πια μόνος κι ας μη νοιώθεις πια μοναδικός.

Γι’αυτό και θα ξαναπροσπαθήσω να αφήσω τους φθόγγους να ξεγλιστρήσουν.

(Πατώντας αγωνιωδώς μια ακόμα εντολή αποθήκευσης, αυτή τη φορά με τη σκέψη ότι ίσως δεν είναι αυτή η Τελευταία Έξοδος σχηματισμένου λόγου).

Advertisements

One thought on “Η μπουγάδα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s