Το χέρι

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

Ξαφνικά συνάντησε μπροστά του απλωμένο ένα χέρι με την παλάμη στραμμένη προς τον ουρανό.

Είχε δει πολλά χέρια στη ζωή του απλωμένα. Όσο θυμόταν τον εαυτό του κολυμπούσε σε μία θάλασσα χιλιάδων χεριών. Κάποια του έφραζαν το δρόμο, άλλα τεντώνονταν με ανοιχτά τα δάχτυλα για να ζητήσουν βοήθεια ή απλώς σμίξιμο με άλλο δέρμα.

Στο κολύμπι του συνάντησε και χέρια σε γροθιά απειλητική. Επίσης γνώρισε και αρκετά που φαίνονταν φιλικά και του έγνεφαν όλο θέρμη να τα πλησιάσει και να τα αγγίξει. Κάπου κάπου αποφάσιζε καλόπιστα να δεχθεί την πρόσκλησή τους και τότε ξαφνικά, απροσδόκητα, εκείνα βούλιαζαν και εξαφανίζονταν στο βυθό, αφήνοντάς τον καταμεσής της θάλασσας να νιώθει κορόιδο.

Στα χρόνια της νιότης του δε στεκόταν ιδιαίτερα σε τέτοιες ατυχίες. Μπρόστα ήθελε να τραβήξει μόνο. Δεν ένιωθε να πλήττεται ούτε καν από τα αρπακτικά χέρια που με  γαμψά νύχια και ασυγκράτητη επιθετικότητα καμιά φορά τον γράπωναν. Ξεγλιστρούσε πάντα με τη φούρια της νιότης. Άτρωτος ένιωθε. Άντε να του έμενε το σημάδι καμιάς γρατζουνιάς στο μπράτσο.

Αλλά, σημάδι το σημάδι, μάζεψε πολλές ουλές πάνω του. Μαζί με αυτές από τα ξένα χέρια υπήρχαν και δικές του, βλέπετε, αρκετές φορές είχε αυτοτραυματιστεί από φόβο. Αυτό συνέβαινε όταν προσπαθώντας να γατζωθεί από κάποιο χέρι, έμπηγε κατά λάθος τα νύχια στις σάρκες του. Ή όταν ήθελε να νιώσει λεύτερος και χτυπιόταν άγαρμπα για να απαγκιστρωθεί από τα κρατήματα. Δεν στεκόταν όμως σε τέτοια πλήγματα είπαμε. Η παντοδυναμία της νιότης τον έβγαζε σε στεριές πραγματικές ή φανταστικές για χαλάρωση και ηδονή, για απόσταση από την σκληρή πραγματικότητα και ανασύνταξη. Μετά ριχνόταν ξανά στη θάλασσα με τα χιλιάδες χέρια για να δοκιμάσει νέα γραπώματα, ευχάριστα για λίγο ή για καθόλου. Αυτός ήταν ο τρόπος του. Οικείος και βολικός σαν σπίτι. Ο τρόπος του ήταν το σπίτι του. Το κουβαλούσε στις πλάτες σαν υδρόβια χελώνα.

Κατάλαβε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, όταν γύρω στα τριάντα άρχισε να τρέχει αίμα από κάποια παλιά γρατζουνιά στην πλάτη. Στη συνέχεια άρχισαν να αιμορραγούν όλα τα παλιά σημάδια του. Τρόμαξε τόσο πολύ που αποφάσισε ότι δε μπορούσε ν’ αντέξει άλλα σημάδια. Έπεισε τον εαυτό του να κολυμπάει με τα χέρια κλειστά, με τους αγκώνες κολλημένους στα πλευρά του. Απέφευγε έτσι τα χέρια που συναντούσε, όπως ακριβώς απέφευγε το μπάνιο μικρός. Και τότε, ουσιαστικά, από χέρια ήθελε να ξεφύγει, αυτά της μάνας, που έγδερναν ‘από αγάπη’.

Άλλαξε τρόπο λοιπόν, άλλαξε το σπίτι του. Όμως σιγά σιγά ο νέος τρόπος του ν’ ανοίγει δρόμο μέσα στο νερό έκανε δύσκολη τη ζωή του. Με τα χέρια κολλημένα, χωρίς απλωτές, πάσχιζε να κρατηθεί στην επιφάνεια. Μια μέρα συνειδητοποίησε ότι η θάλασσα είχε γίνει πια λίμνη. Ότι για πολύ καιρό δεν προχωρούσε. Ότι προσπαθώντας να μείνει στην επιφάνεια, έκανε απλώς κύκλους. Η σκέψη αυτή τον αποδιοργάνωσε, τον ματαίωσε τόσο, που ένιωσε έτοιμος να αφεθεί και να βουλιάξει. Το έκανε. Αφέθηκε.

Και τότε, στιγμές πριν χαθεί κάτω από τα ατάραχα νερά της λίμνης, είδε το απλωμένο χέρι. Στο παρελθόν, αμέσως θα το ταξινομούσε αντανακλαστικά στην κατηγορία που ονόμαζε ‘’ανησυχητικά χέρια’’. Στο νοητό σύστημα αρχειοθέτησης που είχε φτιάξει βάσει των εμπειριών του, θα καταχωριζόταν στο φάκελο με τα χέρια που του δημιουργούσαν τη μεγαλύτερη αναστάτωση, που του γεννούσαν τα πιο αγωνιώδη ερωτηματικά. Τις λίγες φορές που συνάντησε τέτοια, βιαζόταν να τα προσπεράσει κολυμπώντας, γιατί ο τρόμος του ξεπερνούσε την περιέργειά του να καταλάβει τι σόι χέρια ήταν αυτά. Άκρως μπερδευτικά, δεν φαίνονταν να διεκδικούν κάτι. Ξεπρόβαλαν από το νερό, αινιγματικά ήρεμα, με χαλαρά δάχτυλα, χωρίς απότομες, υστερικές, ή επιθετικές κινήσεις. Δεν υψώνονταν κάθετα, δεν έτειναν προς τον ουρανό. Απλά είχαν συντονισμένα, βραχίονα, παλάμη και δάχτυλα σε μία κυματοειδή κίνηση υπό γωνία. Σα μεταξωτό σεντόνι στη μπουγάδας που το κάνει ο άνεμος να χορεύει απαλά.

Τέτοιο χέρι είχε τώρα μπροστά του. Ένα κυματάκι πάνω απ’ το κύμα. Η λίμνη έγινε θάλασσα ξανά. Το συνειδητοποίησε, ενώ η σκέψη μέσα του είχε αρχίσει να ψελλίζει την πρόταση, ‘’ωραία εικόνα για την τελευταία μου στιγμή’’.

Πήρε βαθιά ανάσα και άρχισε να κολυμπάει με απλωτές. Ήθελε να μπλέξει τα δάχτυλά του με ξένα δάχτυλα.

Advertisements

7 thoughts on “Το χέρι

  1. Η περιγραφή της σωματοποίησης του ψυχικού πόνου ήταν τόσο υπέροχα ζωντανή που άρχισα να ψηλαφώ την πλάτη μου…Και το ίδιο ζευγάρι χέρια που πληκτρολογεί αυτά τα λόγια με τα κοντά δάχτυλα και την αφράτη παλάμη πολύ θα ήθελε να αγκαλιάσει και τα ωραία σου λόγια αλλά και σένα μαζί…

  2. Mε μπερδέυεις..ενώ στην ουσία ξέρω τι θελεις να πεις! «ωραία εικόνα για την τελευταία μου στιγμή» είπες..Η επιλογή πρός το θάνατο ανοίγει διαπλατα τις πόρτες προς τη ζωή.. Allea jacta est..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s