Ένα ψάρι, λίγο αίμα, μια μαύρη γάτα κι ο Διάολος

φωτ.: Diego Cervo

φωτ.: Diego Cervo

Είχε δει κακό όνειρο τη νύχτα. Ότι έτρωγε ψάρι. Ξύπνησε απότομα στις τέσσερις και μετά δεν έκλεισε μάτι. Ταραγμένος, περίμενε να ξημερώσει. Από μικρός είχε μάθει να παίρνει τα όνειρά του στα σοβαρά, να τους δίνει την πρέπουσα σημασία, μη τυχόν και απερίσκεπτα φερθεί και πιαστεί στον ύπνο και βρεθεί στον ξύπνιο να ζει τον εφιάλτη του. Ψάρι ίσον λαχτάρα, κι έτσι εκείνη η μέρα άρχιζε πολύ άσχημα.

Ετοιμαζόταν για τη συνέντευξη, αλλά κόπηκε στο ξύρισμα. Αίμα έσταξε, λέκιασε το τυχερό του άσπρο πουκάμισο, αυτό που είχε φορέσει σε όλα τα σημαντικά της ζωής του γεγονότα. Ξεστάθηκε αγχωμένος να κοιτάζει τον κόκκινο λεκέ να απλώνει σα ραδιενεργό μανιτάρι. «Αυτό μου έλειπε τώρα, Θα καθυστερήσω που να πάρει ο διάολ….», μονολόγησε, αλλά έμεινε η βρισιά του ατελείωτη γιατί αυτόματα θυμήθηκε τη συχωρεμένη τη γιαγιά του να λέει ότι αν καλέσεις το διάολο, αυτός θα σου την κάνει τη χάρη να πάρει και να σηκώσει. Άραγε είχε προλάβει να τον καλέσει; Πιανόταν για πρόσκληση μια μισοτελειωμένη φράση;

Με το φόβο του διαβόλου παρέα του και με σκυφτούς τους ώμους από το βάρος μιας γκαντεμιάς που πίστευε ότι του εξασφάλιζαν όνειρα με ψάρια και ματωμένα πουκάμισα, καθυστέρησε είκοσι λεπτά στη συνέντευξη για δουλειά. Προβληματισμένος μπήκε στο γραφείο του εργοδότη, αμήχανα απάντησε στις ερωτήσεις του και με τη γεύση της αποτυχίας έφυγε.

Οδήγησε μηχανικά, πάρκαρε επίσης μηχανικά και μετά περπάτησε προς το σπίτι, χαμένος σε μαύρες σκέψεις για την ατυχία του. Στο κατώφλι της πολυκατοικίας είδε μια μαύρη γάτα να κάθεται. Της έκανε ‘’ξουτ’’. Τίποτα. Ασάλευτη. Κατάλαβε ότι ήταν χτυπημένη άσχημα. Αίμα πολύ έτρεχε από τα πόδια της. Ένιωσε λύπη για το ζωντανό, σκέφτηκε ότι έπρεπε να το πάει στον κτηνίατρο. Θα το έκανε κιόλας, αν δεν πίστευε ότι μια μαύρη γάτα στο καπάκι ενός ονείρου με ψάρι, θα προκαλούσε υπερβολικά τη μοίρα του. Νισάφι πια, δεν θα πήγαινε κι άλλο γυρεύοντας. Ας βρισκόταν κάποιος άλλος να κουβαλήσει ένα μαύρο γατί. Αποφασιστικά πέρασε από πάνω του κι ανέβηκε τις σκάλες.

Μπαίνοντας στο διαμέρισμά του είχε μια δυσάρεστη έκπληξη. Βρήκε δυο διαρρήκτες μέσα. Τον κοπάνησαν άγρια. Τη στιγμή που η μούρη του πήγαινε με φόρα να συναντήσει το ανελέητα σκληρό μάρμαρο εκείνος πρόλαβε να σκεφτεί με τη διαύγεια που μόνο κάποιος που πεθαίνει έχει. Θα έλεγε κάποιος ότι ο Θάνατός καθυστέρησε επίτηδες κάνα πεντάλεπτο, σα να τον περίμενε για να προλάβει να σκεφτεί. Ότι είναι ηλίθιος. Το πτώμα του βρήκε, δυο μέρες μετά, η σπιτονοικοκυρά, αφού είχε πρώτα απορήσει με τη μπόχα που έβγαινε απ’ το διαμέρισμα.

Την ώρα που μεταφερόταν το κουφάρι μέσα σε μία μαύρη σακούλα με φερμουάρ, η Ψυχή έπιασε ψιλοκουβέντα με μια κουτσή μαύρη γάτα.

«Ήσουν ηλίθιος, το κατάλαβες βέβαια…» τελικά είπε το ζώο ακούγοντας τι συνέβη τη μέρα του θανάτου του.

«Εγώ το παραδέχομαι, αλλά είναι ανάγκη να μου το πετάς στα μούτρα;», αποκρίθηκε η Ψυχή.

«Ναι, δεν ήταν πολύ ευγενικό…Αλλά είμαι θυμωμένος με την δεισιδαιμονία των ανθρώπων…Πρέπει κάπως να εξωτερικεύσω την επιθετικότητα μου… Να ξεθυμάνω κι εγώ ο μαυρόγατος…», είπε αναστενάζοντας ο Γάτος.

«Ωπα!…Αρσενικός είσαι τελικά; Δεν το είχα προσέξει!», τον διέκοψε η Ψυχή με έκπληξη, περισσότερο όμως από την ψυχολογική σκέψη ενός απλού ζώου.

«Εμ βέβαια…πως να το προσέξεις…Μαύρος εγώ, προληπτικός εσύ, φοβόσουν και να με κοιτάξεις. Ρε φίλε όμως νευριάζω!…δεν καταλαβαίνω πως οι άνθρωποι πιστεύετε ότι έχετε μαγικές δυνάμεις, ότι αρκεί μια σας λέξη για να εμφανισθεί κι ο διάβολος ακόμη, ενώ ταυτόχρονα πιστεύετε ότι η ζωή σας μπορεί να γίνει καλύτερη ή χειρότερη ερήμην σας, ανάλογα με καλά ή κακά σημάδια που σας στέλνει το σύμπαν.», είπε κι αποφάσισε να μην ξοδευτεί σε άλλα βαθυστόχαστα.

«Δεν κατάλαβα;…»

«Πέθανες κι από ηλίθιος έγινες μία ηλίθια ψυχή βλέπω!…»

«Έλα μωρέ,…εντάξει, μην κάνεις έτσι. Κατάλαβα, αλλά δε με συνέφερε κι είπα να το αποφύγω το θέμα. Ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη είναι η βλακεία….Θα μου κάνεις παρέα τώρα μέχρι να ανέβω προς τα Πάνω;»

Κι ο γάτος ήταν ψυχοπονιάρης. Αποφάσισε να μην εγκαταλείψει την ψυχή μόνη κι έρημη. Έμεινε να τριγυρνάει στη γειτονιά μαζί της μέχρι που ήρθε η στιγμή να την αποχαιρετίσει, βγάζοντας ένα μακρόσυρτο αγαπησιάρικο «μι-ιι-ααα-ου», την ώρα που η Ψυχή όδευε ολοταχώς για Κάτω.

Advertisements

3 thoughts on “Ένα ψάρι, λίγο αίμα, μια μαύρη γάτα κι ο Διάολος

  1. Πόσο ευφάνταστο κείμενο!! με μαύρους γάτους, με διαβόλους και ψυχές που περιπλανώνται στο τυχαίο και στο άτυχο, στο δόκιμο και στο αδόκιμο, στο πεπρωμένο και στο αόριστα δυναμικό… Μπράβο Νεκτίνα μου!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s