Η φανταστική τελειότητα του πριγκιπόψαρου

φωτ.: Sam Jang

φωτ.: Sam Jang

Αγαπημένη μου Κλωντ,

θυμάσαι όταν ήμασταν είκοσι χρονών κάποια μέρα που χαζεύαμε στο ποτάμι; Ήταν σ’ ένα καύσωνα καταμεσής του καλοκαιριού. Στεκόμασταν στην όχθη της εφηβείας και με το χέρι αντήλιο πάνω από τα μάτια, βλέπαμε απέναντι, προς την όχθη της ενηλικίωσης. Είχαμε ρίξει πετονιά θυμάμαι, ένα καλώδιο τηλεφώνου σαν ισχνό γκρίζο κοτσίδι και περιμέναμε να πιάσουμε πρίγκιπες.

Στριμωχτά καθίσαμε σ’ ένα ντιβανομπάουλο στο χρώμα της κερασιάς, απ’ αυτά τα παλιά που αντέχουν τόσο, όσο να θαφτούν γενιές πολλές, που αν τ’ ανοίξεις είναι παστρικά και νοικοκυρεμένα, αλλά μυρίζουν ναφθαλίνη, που μέσα τους κρύβουν οικογενειακή κληρονομιά, κουβέρτες του αργαλειού βαριές, επίτηδες καμωμένες έτσι για να κουκουλώνουν καλά τα ανείπωτα, για να μην ακούγεται κιχ από ανάσα ανεκπλήρωτων ονείρων. Εκεί, επάνω στο παλιό το ξύλο που έκρυβε κεντημένα προικιά για σωστές πριγκίπισσες, καθίσαμε και περιμέναμε τα πριγκιπόψαρα. Κυρίες.

Είχαν εμφανιστεί κάποιοι πρίγκιπες στα μέρη μας στο ποτάμι εκείνες τις μέρες, θυμάσαι; Κρατούσαν στα χέρια υποσχέσεις και ταξίματα πολλά για περιπετειώδη ταξίδια σε ήρεμα νερά ωκεανών ευτυχίας. Κι εμείς δροσερές και άμυαλες, το ‘χαμε πιστέψει μικρή μου Κλωντ ότι το αψεγάδιαστο υπάρχει κι ότι η μοίρα δε στέλνει στη ζωή των όμορφων, υπάκουων κοριτσιών με αθώες προθέσεις, τίποτα λιγότερο απ’ το Τέλειο.

Φρόνιμα περιμέναμε κάτω από τον ήλιο να λάβουμε το δώρο που μας χρώσταγε η ζωή. Ιδρώσαμε για ώρες πολλές με το ποτάμι μπροστά μας, δίχως να βουτάμε στα νερά του για να δροσιστούμε. Ήταν ορμητικά και μας τρόμαζαν θυμάμαι. Νομίζω ότι το είχαμε δοκιμάσει, με φόβο πολύ ότι θα μας τιμωρούσε η μοίρα, να ρίξουμε τη ντιβανοκασέλα στο ποτάμι, να την κάνουμε βάρκα και ν’ ανοιχτούμε στην περιπέτεια μόνες μας. Αλλά βαριά κι ασήκωτη ήταν η άτιμη!

Και ξεμείναμε έτσι να κοιτάζουμε την απέναντι όχθη και κάποια στιγμή βάλαμε και τα κλάματα που πριγκηπόψαρα δεν εμφανίζονταν. Κλάψαμε που βόλτα στη ζωή δεν θα μας πήγαινε κανένας. Εκείνη τη μέρα τα δάκρυα αφέθηκαν με τον ιδρώτα μαζί να πέσουν και να φτιάξουν ρυάκια και λιμνούλες πάνω στο ροζιασμένο ξύλο.

Χθες αποφάσισα να διώξω το ντιβανομπάουλο. Πριν το δώσω στον παλιατζή, το άδειασα από άθικτα προικιά τριών γενιών που μύριζαν αρχαία κλεισούρα και ναφθαλίνη. Πρόσεξα ότι ένα μπεζ υφαντό κουβερλί είχε αρκετούς λεκέδες, θαρρείς από ιδρώτα. Μ’ έπιασε μια άγρια, μια διεστραμμένη χαρά με τούτη τη βεβήλωση της οικογενειακής κληρονομιάς. «Για φαντάσου», σκέφτηκα. Τελικά κάτι είχε καταφέρει να διαπεράσει το ξύλο!

Πρέπει να σου πω ότι άδειο, ήταν πανάλαφρο το έπιπλο, σα σχεδία από μπαμπού, κι ότι απ’ όλα τα φυλαγμένα ρούχα του, κράτησα τελικά μόνο το λεκιασμένο κουβερλί. Έτσι, για να μην ξεχνάω να θυμάμαι.

Με αγάπη,

Ζαν

Advertisements

4 thoughts on “Η φανταστική τελειότητα του πριγκιπόψαρου

  1. Πολύ όμορφα γραμμένο…και για μένα συγκινητικό αφού γνώρισα μου φαίνεται κι εγώ τούτο το ντιβανομπάουλο και τα οσμίζομαι στη μνήμη μου τα χούγια του.

  2. Παράθεμα: Η φανταστική τελειότητα του πριγκιπόψαρου « απέραντο γαλάζιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s