Πενήντα πυροβολισμοί δρόμος

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

Ήρθε μία μέρα που έκανε τη διαδρομή από τη δουλειά προς το σπίτι με έναν άλλο τρόπο. Σαν εκδικητής. Της βγήκε σα ξέσπασμα πολύ αβίαστα, χωρίς ενοχή και χωρίς καμία αιδώ.

Κάποιο καιρό πριν είχε αναγκαστεί να κάνει μια μεγάλη θυσία στο βωμό του θεού της κρίσης. Για να δουλέψει στην πόλη, είχε εγκαταλείψει τη ζωή της στην εξοχή και μαζί της γη, νερό κι αέρα. Είχε πει αντίο σε δέντρα, θάλασσα και σύννεφα. Με μία τελευταία ματιά από τη βεράντα του αγαπημένου της σπιτιού είχε προσπαθήσει να αποθηκεύσει μέσα της για πάντα την εικόνα τους. Και μετά έφυγε για τη μεγάλη πόλη.

Σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι. Το πρώτο διάστημα, θυμωμένη πηγαινοερχόταν στις μεγάλες λεωφόρους, κοιτώντας μέσα από το παρμπρίζ ψηλά. Αναζητούσε ουρανό, το λευκό και το γαλάζιο πάνω από ταράτσες με σκουριασμένα κέρατα. Κι όταν τα μάτια έριχνε χαμηλά, έψαχνε στις ρωγμές της ασφάλτου να δει χορτάρι. Δεν απογοητεύτηκε αμέσως. Όλα κι όλα. Εξάντλησε πρώτα όλα τις προσπάθειες. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της να μη ζήσει με εμπόδιο το χρωματιστό παρελθόν της, να μην πέσει αμαχητί.

Όμως μια βροχερή μέρα –η τελευταία πρέπει να’ ταν του Φλεβάρη-, γυρνώντας απ’ τη δουλειά, βρέθηκε παγιδευμένη σε ένα θεότρελο μποτιλιάρισμα. Τικ-τακ, τικ-τακ. Τα λεπτά περνούσαν κι εκείνη κολλημένη στη μέση της κίνησης προσπαθούσε, ίσως για να δώσει κάποιο νόημα, να συντονίσει το χρόνο που χανόταν με το ρυθμικό ήχο του φλας. Αλλά οι αναθεματισμένοι υαλοκαθαριστήρες δεν την άφηναν να συγκεντρωθεί. Έκαναν ένα ύπουλα εκνευριστικό τρίξιμο που της θύμιζε τα δασκαλέματα της μάνας της για την πάστρα των τζαμιών. Έπρεπε, έλεγε η μάνα, να τα κάνει να τρίζουν. Να γίνονται αόρατα. Ε λοιπόν, αόρατα γίνονταν τα πάντα στη ρημαδιασμένη τούτη πόλη. Άνθρωποι και στοιχεία της φύσης, χαμαιλέοντες.

Χαμαιλέοντες που έπαιρναν όλες τις αποχρώσεις του γκρίζου για να τη βγάλουν καθαρή στο βρώμικο τοπίο.

Τικ-τακ, τικ-τακ. Στριφογύρισε παγιδευμένη στη θέση του οδηγού. Τικ-τακ, τικ-τακ. Το βλέμμα της χτυπούσε απελπισμένο σε τσιμέντα και λαμαρίνες. Τικ-τακ, τικ-τακ. Έβγαλε το όπλο της, απασφάλισε κι έριξε μια ριπή έξω απ’ το παράθυρο προς τον ουρανό, στα τυφλά. Σαν να ήθελε να εκδικηθεί τα σύννεφα που δεν φαίνονταν παρά τη βροχή τους. Της καλάρεσε η εμπειρία, αλλά δεν της έφτασε. Ήθελε κι άλλο για να ξεθυμάνει. Έκλεισε το ένα μάτι και σημάδεψε μια γυναίκα που άπλωνε μπουγάδα σ’ ένα μπαλκόνι σε απόσταση βολής. Αυτό ήταν. Είχε πέσει κι ο τελευταίος της ηθικός φραγμός .

Άρχισε να σημαδεύει και να πυροβολεί στο ψαχνό. Τον οδηγό του διπλανού αυτοκινήτου που σκάλιζε τη μύτη του, έναν μετανάστη που πουλούσε χαρταετούς, δυο ηλικιωμένους που περνούσαν σέρνοντας το καρότσι της λαϊκής. Για πόση ώρα, κανείς δεν ξέρει, αυτή έστελνε τον κόσμο ταξίδι στην αθανασία, έχοντας ανακαλύψει όση ουσία μπορεί να κρύβει πάνω στη γη ένα μποτιλιάρισμα. Και θα συνέχιζε να σημαδεύει και να πυροβολεί μέχρι να μη μείνει ψυχή για ψυχή, όμως ξαφνικά, σαν από έναν εσωτερικό της συναγερμό για αυτοπροστασία, άκουσε λυσσασμένες τις κόρνες των γύρω αυτοκινήτων ν’ αλαλάζουν, είδε επιθετικά τα φάσκελα να βγαίνουν μέσα από τους πλαϊνούς καθρέφτες, ένιωσε οργισμένο πλήθος από πίσω της να βρυχάται και να ουρλιάζει “Μαζέψτε την τρελή!”.

Δεν την έπαιρνε άλλο να καθυστερήσει. Άφησε το κανόνι στην ποδιά της, για να ‘ναι σ’ ετοιμότητα –είχε πολλά φανάρια ακόμα μέχρι το σπίτι- και γκάζωσε σπινάροντας με μια δαιμονική χαρά. Ο δρόμος είχε ανοίξει. Κι η πόλη φάνταζε λιγότερο αμείλικτη. Ήξερε ότι από εκείνη την ημέρα θα έτρεφε βαθειά ευγνωμοσύνη στα φανάρια που γίνονται κόκκινα. Φτιάχνουν ευκαιρίες ν’ ανακαλύπτει κάποιος μυστικές γωνιές του εαυτού του, να ξεδίνει δημιουργικά.

Με γαληνεμένα πια τα άγρια ένστικτα και με το όπλο δίπλα της συνοδηγό, σταμάτησε στο επόμενο κόκκινο. Μπροστά της ένα μηχανάκι με δύο παιδιά ερωτευμένα. Το κορίτσι κρατούσε μία σακούλα από σουβλατζίδικο. Το αγόρι έστρεψε το κεφάλι του προς τα πίσω για να τη φιλήσει. Δυο πολύχρωμα παιδιά σε θαμπό γκρίζο φόντο. Μα τι τέλεια προκλητική σκηνή! Σχεδόν παρακαλούσε κάποιον να την σταματήσει στο σημείο εκείνο για πάντα. Σήκωσε το όπλο της. Απ’ όλους τους πυροβολισμούς της διαδρομής, ήξερε ότι αυτός θα ήταν ο κορυφαίος. Δύσκολα θα ξαναερχόταν κάτι τέτοιο μπροστά της, στο πιάτο. Στόχευσε και έριξε.

Δεκατέσσερα σταμάτα-ξεκίνα, ή αλλιώς, τριανταπέντε λεπτά αργότερα, στο σπίτι της, μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, άνοιγε με παιδική λαχτάρα τα αρχεία των λήψεων. Τα έτρεξε όλα γρήγορα, μέχρι που βρήκε τη φωτογραφία των παιδιών στο μηχανάκι. Σ’ αυτήν ξέμεινε αρκετά λεπτά να χαζεύει. Σάμπως να την είχε πιάσει φανάρι.

“Δεν είναι και τόσο άσχημη αυτή η πόλη αν έχω και το πολυβόλο μαζί μου”, μονολόγησε κι έριξε μια στοργική ματιά στη φωτογραφική της μηχανή που στωικά αναπαυόταν δίπλα στο πληκτρολόγιο.

Advertisements

5 thoughts on “Πενήντα πυροβολισμοί δρόμος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s