Όταν θα ζήσω…

φωτ: Γαβριέλλα

φωτ: Γαβριέλλα

Μυρωδιά από βρώμικα νωπά μαλλιά ήταν η πρώτη του αθέλητη σύσταση. Ισχνή αλογοουρά στερεωμένη με φτηνό λαστιχάκι. Δολιχοπρόσωπος με χαμόγελο εκπαιδευμένο ώστε να κρύβει τα στραβοβαλμένα του δόντια σίγουρος ότι αυτό το θέαμα δεν πρέπει να φτάσει ανθρώπου μάτι.

Κρέμασε με συστολή το σακάκι με το φθαρμένο γιακά στην κρεμάστρα πίσω απ’την πόρτα και κάθησε σταυρώνοντας σφιχτά μέχρι που χλώμιασαν, τα δάχτυλα των χεριών του. Σχεδόν φτύνοντας βγήκαν οι πρώτες λέξεις στην προτροπή να μιλήσει.

«Θέλω ν’αλλάξω τη ζωή μου. Να σβήσω το μαύρο της νικοτίνης από τα άσχημα μου δόντια, από τους πολυδουλεμένους μου πνεύμονες, απ’τ’ακροδάχτυλα του δεξιού μου χεριού. Η κόρη μου, είπε πως μπορώ. Μπορώ να κάνω κάτι καλό για μένα, είπε. Γι’αυτό θέλω να φύγουν οι κηλίδες απ’τα δόντια μου. Ετσι όπως είναι μου θυμίζουν τους τοίχους του σπιτιού μου. Κιτρινισμένοι κι αυτοί και σκοτεινοί και δε λεν να ξεμυρίσουν όσο κι αν ανοίγω τα παράθυρα. Ίσως γι’αυτό δεν έρχεται πια να με δει. Φρέσκια και μυρωδάτη σα βανίλια, πως να φορτωθεί την παλιοκαιρισμένη μου οσμή;

Μ’αν της χαμογελάσω με τα καλογυαλισμένα μου δόντια θα της δείξω πως μπορώ. Πως έχει νόημα για μένα να μπορώ αν είναι να το ξέρει. Όπως τότε που ήτανε μικρή. Που τις νύχτες έσβηνα όλα τα φώτα και πήγαινα στην πιο σκοτεινή γωνιά του κήπου για να ξεπεράσω το φόβο μου για το σκοτάδι. Τότε που μπόρεσα, για να μην της κληροδοτήσω τις ανημπόριες μου. Αυτές που μου’δωσε η μάνα μου όσο με κράταγε μεσ’απ’το φράχτη του μικρού μας κήπου κι αυτές που έσκυψα και μάζεψα από χάμω όταν άνοιξα την καγκελόπορτα και βγήκα στο σεργιάνι. Δεν τις γιάτρεψα όλες. Κάποιες μόνο τις έθαψα βαθειά στη χωματερή του είναι μου κι από πάνω φύτεψα κυκλάμινα και πανσέδες μην και τις δει η μικρή μου καθώς μεγάλωνε και τις ζηλέψει.

Μα τώρα πια που είμαι μόνος, άλλη δουλειά δεν κάνω απ’το να σκάβω το χώμα με τα νύχια για να τις ξαναβρώ. Είναι κακομούτσουνες και κουτσές μα τι με νοιάζει αφού δεν έχω να προστατέψω κανένα απ’την ασχήμια τους. Ίσως έτσι κοιτώντας τες κατάματα, τελικά τις σιχαθώ κι αποφασίσω να τις διώξω μια για πάντα.

Γι’αυτό σου λέω μόνο να φύγουν οι μαυρίλες από τούτα τα στραβόδοντα και θα ξαναγονατίσω στη λευκή γραμμή της αφετηρίας. Μόνο που δε θα τρέξω αυτή τη φορά σαν τότε που νόμιζα ότι δεν έχει τέλος ο δρόμος. Θα τα μετρήσω τα βήματα μου ένα προς ένα, κι αν με χτυπήσει το ηλιοβασίλεμα στον ώμο θα κάτσω καταμεσής του δρόμου και θα το κουβεντιάσω μέχρι να χαθεί. Και θ’αφήσω ψίχουλα στο περβάζι για τον κοκκινολαίμη που πεταρίζει τα πρωϊνά έξω απ’το παράθυρο μου. Και δε θα βάλω τα βογγητά μου ν’αναμετρηθούν μ’αυτά των γύρω μου. Και δε θα υπάρχω μόνο, αλλά θα ζώ. Και……κατάλαβα, πρέπει ν’αρχίσουμε…

…Σ’ευχαριστώ που δε με πόνεσες. Όχι, δε θέλω να κοιτάξω στον καθρέφτη. Παίρνω το λόγο σου για εχέγγυο. Να πηγαίνω τώρα.

Με κινήσεις αργές ξεκρέμασε το σακάκι του, αναμέτρησε τα ξέφτια απ’το γιακά και κοντοστάθηκε για λίγο κάτω απ΄το κούφωμα. «Μήπως να έριχνες μια ματιά ακόμα;» Η επιβεβαίωση της τέλεσης σαν σπρωξιά τον πέταξε στο διάδρομο. Αμήχανη ακινησία επικράτησε στο δωμάτιο σαν να ‘χε καταφέρει να σταματήσει το χρόνο ο δισταγμός του να φύγει.

«Να δεις που θα ξανάρθει σε λίγους μήνες και θα ξαναπεί τα ίδια» ακούστηκε να λέει χαιρέκακα η εργαλειοδότρια επιδεικνύοντας με ακούσια αναίδεια τα στραβά, κιτρινισμένα της δόντια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s