Το Αλφα

φωτ.: Κωνσταντίνα Βαγενά

φωτ.: Κωνσταντίνα Βαγενά

Σήμερα θα σου πω για τα Δέλτα μου.

Τα συνάντησα σε έναν δυστυχισμένο ύπνο, ήταν δύο. Το ένα ισορροπούσε με την κορυφή του ανάποδα πάνω στο άλλο, σαν από πάντα. Μια κλεψύδρα ήταν, άδειαζε δευτερόλεπτα. Κι εγώ από κάτω της στεκόμουν, με την παλάμη απλωμένη και τα δάχτυλα ανοιχτά, να νομίζω ότι θα πιάσω την πολύτιμη άμμο.

«Μα πως να γίνει αυτό;!», μου σφύριξε κοροϊδευτικά το Δεν.
«Αχ καημένη, που όλα τα γνωρίζεις και τίποτα δεν ξέρεις…», σιγοντάρισε από κάτω το Δίχως. Με σούβλισε με γουρλωμένο το μοναδικό του μάτι.
«Ποιο; Ποιο δεν ξέρω;», ρώτησα με αγωνία. Ο ιδρώτας μου είχε αρχίσει να τρέχει κι αυτός, στο ξωπίσω της σκόνης του χρόνου. Ένας μάταιος αγώνας.
Τα δύο Δέλτα με το ένα μάτι έβλεπαν τα πάντα. Συνέχεια

Οι φιλίες στις λακκούβες

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

Πες ότι ανακαλύπτεις ότι ένας φίλος που εμπιστεύεσαι σου λέει ψέματα. Συμφωνείς ότι είναι ‘’φλααπ’’ σαν να βρίσκεις κενό αέρος σε πτήση; εσύ απότομα να πέφτεις με το στομάχι σου ν’ ανεβαίνει; Επειδή ίσως και να μην σου ‘χει τύχει να πέσεις σε κενό αέρος με αεροπλάνο και να μη γνωρίζεις την αίσθηση, να βάλω άλλο παράδειγμα. Πας, πας, πας αριστερή λωρίδα, Εθνική οδό, «αλφάδι θα ’ ναι η άσφαλτος», σου έχει πει ο φίλος, «ν’ ανοίξεις γκάζι άνετα, να το ευχαριστηθείς».

Συνέχεια

Μικρού Μήκους / Μεγάλης Σιωπής

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

Είδε μια ταινία μικρού μήκους, χωρίς ήχο. Κανονικά θα την είχε σταματήσει στα πρώτα δευτερόλεπτα. Μηδενική η καλλιτεχνική αξία της.

Άρχιζε με ένα μπουλούκι που έμπαινε στο θέατρο, περιφερόμενος θίασος.

Συνέχεια

Μεσοφόρι μου

φωτ.: Rene Groebli

φωτ.: Rene Groebli

Σε κρέμασα στον ήλιο και στον αέρα να στεγνώσεις λευκό μου μεσοφόρι.

Στον ήλιο και στον αέρα της πλατείας, να στεγνώσεις δέρμα μου. Οι δαντέλες σου, αυτές που έπλεκε η μάνα μου στο χέρι για χρόνια, πολυκαίρισαν. Καλύτερα μ’ αρέσουν τώρα που ξεθώριασαν. Ξεχείλωσαν κι απ’ τα πολλά πλυσίματα, μαλάκωσε το χρυσό νήμα της μπορντούρας στην άκρη.

Όμως, δε με τσιμπάει πια. Δε με πειράζει που θάμπωσε η λάμψη του.

Συνέχεια

Η φανταστική τελειότητα του πριγκιπόψαρου

φωτ.: Sam Jang

φωτ.: Sam Jang

Αγαπημένη μου Κλωντ,

θυμάσαι όταν ήμασταν είκοσι χρονών κάποια μέρα που χαζεύαμε στο ποτάμι; Ήταν σ’ ένα καύσωνα καταμεσής του καλοκαιριού. Στεκόμασταν στην όχθη της εφηβείας και με το χέρι αντήλιο πάνω από τα μάτια, βλέπαμε απέναντι, προς την όχθη της ενηλικίωσης. Είχαμε ρίξει πετονιά θυμάμαι, ένα καλώδιο τηλεφώνου σαν ισχνό γκρίζο κοτσίδι και περιμέναμε να πιάσουμε πρίγκιπες.

Συνέχεια

Ένα ψάρι, λίγο αίμα, μια μαύρη γάτα κι ο Διάολος

φωτ.: Diego Cervo

φωτ.: Diego Cervo

Είχε δει κακό όνειρο τη νύχτα. Ότι έτρωγε ψάρι. Ξύπνησε απότομα στις τέσσερις και μετά δεν έκλεισε μάτι. Ταραγμένος, περίμενε να ξημερώσει. Από μικρός είχε μάθει να παίρνει τα όνειρά του στα σοβαρά, να τους δίνει την πρέπουσα σημασία, μη τυχόν και απερίσκεπτα φερθεί και πιαστεί στον ύπνο και βρεθεί στον ξύπνιο να ζει τον εφιάλτη του. Ψάρι ίσον λαχτάρα, κι έτσι εκείνη η μέρα άρχιζε πολύ άσχημα.

Συνέχεια

Απέφευγε

φωτ.: Βασίλης Γεροντάκος

φωτ.: Βασίλης Γεροντάκος

Απέφευγε να αντικρύσει τα αδιέξοδά του.

Το ‘χε βλέπεις για μεγάλο έξοδο να παρατήσει την άβολη βολή του.

Τελικά τον παράτησε εκείνη με τρόπο αγενή και εκδικητικό.

Σημεία στίξης

φωτ.: Παναγιώτης Τρυπαρόλης

φωτ.: Παναγιώτης Τρυπαρόλης

Ένα πρωινό του Νοέμβρη είχε ξαφνικά την ιδέα να αντικαταστήσει την τελεία με το ερωτηματικό.

Από τότε, σταμάτησε να πιστεύει και άρχισε να νομίζει.

 

Una storia grande

φωτ.: Πέτρος Κοτζαμπάσης

φωτ.: Πέτρος Κοτζαμπάσης

Ήταν πολύ στριμωγμένος στο βαγόνι. Έξω από το παράθυρο περνούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα κάτι θολό. Ήταν η άνοιξη.

Όταν κατέβηκε από το τρένο βρήκε μεγάλη άπλα.

Αλλά είχε φτάσει πια ο χειμώνας.

Αυτιά και γλώσσες

φωτ.: Πέτρος Κοτζαμπάσης

φωτ.: Πέτρος Κοτζαμπάσης

Τον έχουν για ντροπαλό επειδή δε μιλάει πολύ στις παρέες.

Εκείνον δεν τον νοιάζει. Διασκεδάζει παρατηρώντας τους ανθρώπους.

Ακούνε αυτά που θέλουν ν’ακούσουν και απαντούν μιλώντας στον εαυτό τους.

Ολιγόλεκτο

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

»Μα τι θα πει η γειτονιά», του πέταγε συχνά κατάμουτρα η μάνα .

Μια μέρα έχασε την υπομονή του και την έβαλε να του κατονομάσει τους γειτόνους έναν έναν.

Η Κάπα στον πλανήτη Ζι… Μέρος Β’

φωτ.: Νίκος Τεντόμας

φωτ.: Νίκος Τεντόμας

Τη αρχή της ιστορίας  μπορείτε να την διαβάσετε εδώ

Στο νέο πλανήτη, η Κάπα εξελίχθηκε ραγδαία σε μέντορα συνείδησης. Ξεκίνησε διδάσκοντας τα θετικά συναισθήματα σε μικρές συγκεντρώσεις. Σε σύντομο χρονικό διάστημα γέμιζε αμφιθέατρα, μετά στάδια και μετά δεν υπήρχε χώρος να μπορέσει να χωρέσει το κοινό της.

Συνέχεια

Ροζουλί

φωτ.: Χριστίνα Σοροβού

φωτ.: Χριστίνα Σοροβού

– Να μη σου τα πολυλογώ καθήσαμε δυο ώρες.
Περάσανε σαν το νερό,
χαμπάρι δεν τις πήρα.
Μου μίλησε και χάθηκα
στου λόγου του το κύμα.
Προσωπικότητα ελεγκάντ,
γνώστης βαθύς τους κόσμου
μέσα σε ένα δίωρο,
λες κι έχασα το φως μου!

Συνέχεια

Η κυρία Στιγμή

φωτ.: Πλάτων Ριβέλλης

φωτ.: Πλάτων Ριβέλλης

Κάθονταν κι οι τρεις τους, γονείς και παιδί, γύρω απ’το τραπέζι της κουζίνας.

Το επίρρημα «γύρω» χρησιμοποιείται εδώ καταχρηστικά, γιατί δραπετεύει αυτή η μία και μόνη λέξη που θα περιέγραφε με ακρίβεια τον τρόπο που κάθονταν στις τρεις πλευρές του ορθογώνιου τραπεζιού. Μάλλον καλύτερα είναι να δούμε τη διάταξή τους σε κάτοψη. Μα ναι, αυτό είναι και το πιο ορθόν.

Συνέχεια

Το χέρι

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

Ξαφνικά συνάντησε μπροστά του απλωμένο ένα χέρι με την παλάμη στραμμένη προς τον ουρανό.

Είχε δει πολλά χέρια στη ζωή του απλωμένα. Όσο θυμόταν τον εαυτό του κολυμπούσε σε μία θάλασσα χιλιάδων χεριών. Κάποια του έφραζαν το δρόμο, άλλα τεντώνονταν με ανοιχτά τα δάχτυλα για να ζητήσουν βοήθεια ή απλώς σμίξιμο με άλλο δέρμα.

Συνέχεια

Το τέλος του κόσμου

φωτ.: Κωνσταντίνος Μάνος

φωτ.: Κωνσταντίνος Μάνος

Που λες, περίμεναν το τέλος του κόσμου με ανυπομονησία. Και καλά. Ο φόβος τους φαινόταν στα μάτια και στη γλώσσα του σώματος. Δεν τον συνειδητοποιούσαν βέβαια και υπό αυτή την έννοια δε μπορώ να πω ότι ήταν υποκριτές οι άνθρωποι. Γελασμένοι ήταν απλώς. Ξεγελασμένοι από κάποιον που κάποτε τους είπε ότι μετά το τέλος του κόσμου θα διακτινίζονταν σε ένα μακρινό σύμπαν, το Σύμπαν της Ευτυχίας και της Αφθονίας. Και περίμεναν. Περίμεναν το θάνατο του κόσμου τούτου για αιώνες πολλούς.

Συνέχεια